Καλαβασός – «Η κοιλάδα του Βασιλικού ποταμού»

40 χλμ. από την πόλη της Λάρνακας βρίσκεται η Καλαβασός χτισμένη πάνω στη δυτική όχθη του Βασιλικού ποταμού, σε μέσο υψόμετρο 80 μέτρων. Το χωριό περιλαμβάνεται στο υδατικό έργο Βασιλικού – Πεντάσχοινου. Στο κέντρο του χωριού, ανάμεσα στα λιθόκτιστα παραδοσιακά σπίτια, βρίσκεται κτισμένη η κεντρική εκκλησία, που είναι αφιερωμένη στη Παναγία Θεοτόκο. Η περιοχή της Καλαβασού αποτελεί σημαντικότατο αρχαιολογικό χώρο καθώς έχουν ανακαλυφθει πολλοι αρχαιολογικοι χώροι, «Ο συνοικισμός της Τέντας», καθώς και άλλοι συνοικισμοί που ανακαλύφθηκαν στην περιοχή παρουσιάζοντας ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Ο επισκέπτης έχει το πλεονέκτημα να ζήσει από κοντά τις πλούσιες παραδόσεις των κατοίκων του χωριού και ιδιαίτερα τις αυθεντικές γεύσεις της παραδοσιακής κουζίνας.

Το χωριό δέχεται μια μέση ετήσια βροχόπτωση γύρω στα 445 χιλιοστόμετρα και στην περιοχή του καλλιεργούνται κυρίως εσπεριδοειδή (πορτοκαλιές, λεμονιές, γκρεϊπφρουτ), οπωροφόρα δέντρα (αχλαδιές), και λαχανικά (πατάτες, ντομάτες και πεπονοειδή). Στις υπόλοιπες περιοχές του καλλιεργούνται σιτηρά, κτηνοτροφικά φυτά, όσπρια, ελιές και χαρουπιές. 

Η Καλαβασός περιλαμβάνεται στο υδατικό έργο Βασιλικού – Πεντάσχοινου και έχει ωφεληθεί από την κατασκευή του φράγματος της Καλαβασού και την άρδευση σημαντικής έκτασης γης. Το φράγμα βρίσκεται 5 περίπου χιλιόμετρα βορειοδυτικά του χωριού και είναι χωρητικότητας 17.000.000 κυβικών μέτρων. Στο χωριό εφαρμόστηκαν δύο σχέδια αναδασμού.

Από συγκοινωνιακής άποψης η Καλαβασός συνδέεται οδικά με τον υπεραστικό αυτοκινητόδρομο Λευκωσίας – Λεμεσού που περνά από τα νότια της κοινότητας. Συνδέεται στα βορειοδυτικά με την Ασγάτα και στα βορειοανατολικά με την Τόχνη.

Η κοινότητα γνώρισε μεγάλες πληθυσμιακές αυξομειώσεις. Το 1881 οι κάτοικοι του χωριού ανέρχονταν στους 667 για να μειωθούν στους 661 το 1901, για να αυξηθούν στους 738 το 1911 και στους 953 το 1921. Στη συνέχεια οι κάτοικοι των χωριών Παρσάτα και Δράπεια τα οποία εγκαταλείφθηκαν υπολογιζόταν στο πληθυσμό της Καλαβασού. Έτσι το 1931 οι κάτοικοι ανήλθαν στους 957 που αυξήθηκαν στους 1243 το 1946
(1051 ελληνοκύπριοι, 187 τουρκοκύπριοι, 5 άλλης εθνικότητας). Το 1960 οι κάτοικοι μειώθηκαν στους 1126 (881 ελληνοκύπριοι, 243 τουρκοκύπριοι, 2 άλλης εθνικότητας). Μετά τα γεγονότα της Κοφίνου το 1967 οι τουρκοκύπριοι εγκατέλειψαν την Καλαβασό και εγκαταστάθηκαν στο Μαρί. Έτσι το 1973 οι κάτοικοι της κοινότητας μειώθηκαν στους 752 και ήταν όλοι ελληνοκύπριοι. Το 1982 οι κάτοικοι μειώθηκαν στους 655. Το 2001 ο πληθυσμός της κοινότητας αριθμούσε 721 κατοίκους.

6 χιλιόμετρα βορειοδυτικά του χωριού βρίσκονται τα μεταλλεία της Καλαβασού, τα οποία στη διάρκεια της λειτουργίας τους βοήθησαν στην εργοδότηση αρκετού πληθυσμού.

Η περιοχή της Καλαβασού προνομιούχα από πολλές απόψεις και κυρίως λόγο του Βασιλικού ποταμού που εξασφάλιζε την άρδευση και ύδρευση αλλά και των μεταλλοφόρων της κοιτασμάτων, πυκνοκατοικήθηκε από τα αρχαιότατα χρόνια. Η περιοχή αποτελεί σήμερα σημαντικότατο αρχαιολογικό χώρο. Ο συνοικισμός της Τέντας, καθώς και άλλοι συνοικισμοί που ανακαλύφθηκαν στην περιοχή παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.

Η κοιλάδα του Βασιλικού ποταμού, καθώς και ολόκληρη η γύρω περιοχή, θα πρέπει να ήταν δασωμένη και καταπράσινη σε παλαιότερες εποχές, πράγμα που έδωσε, σύμφωνα προς την επικρατέστερη ερμηνεία και την ονομασία του χωριού. Από την αρχαία ελληνική λέξη “βάσσα”, που σημαίνει δασώδης κοιλάδα προήλθε και η ονομασία της κοινότητας.

Ο οικισμός της Καλαβασού υπήρχε κατά την περίοδο του Μεσαίωνα με την ίδια ονομασία και βρίσκεται σημειωμένος σε παλιούς χάρτες με την ονομασία Calavaso και Calavato.

Η εκκλησιά του χωριού είναι αφιερωμένη στη Παναγία και δίπλα από αυτή υπάρχει αρχαίο νεκροταφείο. Στο χωριό υπάρχει επίσης και Τούρκικο Τζαμί.

Σήμερα η Καλαβασός είναι μια αναπτυσσόμενη κοινότητα με όλες τις ανέσεις που προσφέρει η σύγχρονη εποχή. Το χωριό δέχεται καθημερινά αρκετούς ξένους και ντόπιους επισκέπτες που θαυμάζουν από κοντά τις φυσικές ομορφιές και τους αρχαιολογικούς χώρους της κοινότητας.